……
Το δικαίωμα προσφυγής σε απεργία των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και του προσωπικού των κάθε μορφής επιχειρήσεων δημοσίου χαρακτήρα ή κοινής ωφελείας, που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, υπόκειται στους συγκεκριμένους περιορισμούς του νόμου που το ρυθμίζει. Οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να φθάνουν έως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του». Με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις κατοχυρώνεται το δικαίωμα της απεργίας και παραλλήλως παρέχεται στο νομοθέτη η δυνατότητα να θεσπίζει περιορισμούς του δικαιώματος αυτού μόνο για τις απαριθμούμενες στις ίδιες διατάξεις κατηγορίες εργαζομένων, στις οποίες περιλαμβάνεται και το προσωπικό των κάθε μορφής επιχειρήσεων δημοσίου χαρακτήρα ή κοινής ωφελείας, των οποίων η λειτουργία έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για περιορισμούς που δεν συνεπάγονται κατάργηση του δικαιώματος ή παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ερμηνευομένων ενόψει και του σκοπού τους που είναι η προστασία του κοινωνικού συνόλου, ο χαρακτηρισμός επιχειρήσεως ως κοινής ωφελείας δεν εξαρτάται από τη νομική μορφή της ή το φορέα της ούτε από το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση ή τη λειτουργία της, αλλά από τη φύση των υπηρεσιών που παρέχει. Παρέπεται, συνεπώς, ότι και ιδιωτικές επιχειρήσεις, είτε ημεδαπές, είτε αλλοδαπές που ασκούν δραστηριότητα στην Ελλάδα και οι οποίες λειτουργούν με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και δεν τελούν υπό ιδιαίτερο καθεστώς κρατικής εποπτείας ούτε απολαύουν προνομίων, μπορούν να χαρακτηριστούν, κατά την έννοια των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων, ως «επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου», εφόσον η φύση των υπηρεσιών που παρέχουν δικαιολογεί τέτοιο χαρακτηρισμό. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 4, 21 παρ. 1 και 3 παρ. 1 εδαφ. α’ του Ν. 1264/1982, όπως τροποποιήθηκαν με το Ν. 1915/1990 και το Ν. 2224/1994, το δε άρθρο 23 αντικαταστάθηκε με το Ν. 2224/1994 και 3 παρ. 1 εδαφ. α’ του Ν. 2224/1994 προκύπτει ότι η απεργία αποτελεί δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, ως μέσο για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων……
…….
Οι πρώτος μέχρι και έβδομος των εναγόντων είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις και συγκεκριμένα ανώνυμες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, λειτουργούν με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό το κέρδος, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι τελούν υπό ιδιαίτερο καθεστώς κρατικής εποπτείας ούτε απολαύουν προνομίων. Εξάλλου, κατά τη σύνταξη του ν. 1264/1982, ο νομοθέτης περιέλαβε στην έννοια των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και τις επιχειρήσεις ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, σύμφωνα με τα τότε δεδομένα δηλαδή την αποκλειστική λειτουργία στον ανωτέρω χώρο της κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης και συγκεκριμένα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης (Ε.Ρ.Τ.), η οποία τελεί υπό ιδιαίτερο καθεστώς κρατικής εποπτείας και απολαύει προνομίων, αφενός λόγω της συμμετοχής του Κράτους σ’ αυτήν και της υποχρεωτικής συνδρομής (καταβολή τελών υπέρ αυτής) από τους πολίτες, αφετέρου δε λόγω της αποκλειστικής από αυτήν εξυπηρέτησης των εξής βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου: της ενημέρωσης, της εκπαίδευσης και της ψυχαγωγίας. Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν προέβλεψε κατά την σύνταξη του ανωτέρω νόμου, ούτε μπορούσε να προβλέψει την μετέπειτα ραγδαία ανάπτυξη σε ιδιωτικό επίπεδο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον χώρο της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης, παράλληλα με τις κρατικές επιχειρήσεις, η λειτουργία των οποίων δεν κρίνεται ότι έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση των προαναφερθέντων βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, οι οποίες (ανάγκες) εξάλλου ικανοποιούνται επαρκώς τόσο από τις αντίστοιχες κρατικές επιχειρήσεις και το διαδίκτυο, όσο και από τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, ώστε να εμπίπτουν αυτές στην έννοια των «επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας» λόγω της φύσης των υπηρεσιών που παρέχουν, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Συνεπώς, οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές δεν υποχρεούνται σε περίπτωση κηρύξεως απεργίας από τα αρμόδια συνδικαλιστικά τους όργανα να τηρούν τις προϋποθέσεις που έθεσε ο νόμος αποκλειστικά για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, αλλά υποχρεούνται να τηρούν τις υπόλοιπες προϋποθέσεις του ως άνω νόμου.
……
Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, για την κρινόμενη απεργιακή κινητοποίηση (της 18.03.2008) έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες νόμιμες προϋποθέσεις, όπως αναλυτικά αυτές παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας και συνεπώς, η απεργιακή αυτή κινητοποίηση δεν ελέγχεται ως προς αυτές παράνομη. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι τα μέλη της πρώτης εναγομένης συνδικαλιστικής οργάνωσης είναι ασφαλισμένα στο Ι.Κ.Α. για την κύρια ασφάλισή τους, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγουσών εταιρειών ότι έχουν εξοφλήσει όλες τις ασφαλιστικές εισφορές, που αφορούν τόσο την κύρια, όσο και την επικουρική ασφάλιση των εναγομένων, δεδομένου ότι μόνο από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις ασφαλιστικής ενημερότητας του Ι.Κ.Α. δεν προκύπτει από τη διατύπωσή τους ότι έχει γίνει έλεγχος και ότι έχουν πράγματι καταβληθεί και εξοφληθεί όλες οι εισφορές μέχρι την ημερομηνία έκδοσης κάθε βεβαίωσης, καθώς αναγράφεται ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις χορηγούνται αποκλειστικά για: α) την είσπραξη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων από το δημόσιο, ν.π.δ.δ., Ο.Τ.Α. και ευρύτερο δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων και των εξαγωγικών επιτοκίων, β)δανειοδότηση, αλληλόχρεους λογαριασμούς, προεξόφληση γραμματίων και συναλλαγματικών από τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα, γ) συμμετοχή προμηθευτών σε διαγωνισμούς προμηθειών του δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και της Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε., δ) συμμετοχή σε επιδοτούμενο πρόγραμμα, ε) συμμετοχή σε δημοπρασίες και στ) μετάβαση κινητής περιουσίας, για πώληση, γονική παροχή ή δωρεά ακίνητης περιουσίας (πλην οικοδομών), για συμμετοχή ως μέλος σε κοινοπραξία ή ως εταίρος σε Ο.Ε. Ε.Ε. ή Ε.Π.Ε. και για τη σύσταση υποθήκης επί ακινήτου, ενώ το Ι.Κ.Α. επιφυλάσσεται στην περίπτωση που από μελλοντικό έλεγχο ή επεξεργασία διαπιστώσει ότι μέχρι του χρονικού διαστήματος που αφορά η κάθε βεβαίωση οφείλονται εισφορές, να τις αναζητήσει, ενώ όσον αφορά την επικουρική ασφάλιση των μελών της πρώτης εναγομένης, οι ενάγουσες αν και επικαλούνται στις προτάσεις τους σχετικά έγγραφα ασφαλιστικής ενημερότητας για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού τους, αυτά δεν έχουν προσκομιστεί, πλην της υπ. Αριθμ. Πρωτ. 2164/1725/05.03.2008 βεβαιώσεως του Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.), που αφορά την έκτη των εναγουσών εταιρεία. Επομένως, η ένδικη απεργιακή κινητοποίηση δεν κρίνεται καταχρηστική, δεδομένου ότι δεν έχει ασκηθεί κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς την καλή πίστη, σύμφωνα με όσο ήδη εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς δεν προέκυψε ότι είχε ικανοποιηθεί το αίτημά της, δηλαδή πλήρη εξόφληση των οφειλομένων εργοδοτικών εισφορών προς τον ασφαλιστικό φορέα κύριας και επικουρικής ασφάλισης των μελών της πρώτης εναγομένης, πριν την προκήρυξή της. Περαιτέρω, εφόσον κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης στις 16.04.2008 είχε ήδη παρέλθει η χρονική διάρκεια της ένδικης απεργιακής κινητοποίησης, το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί η εν λόγω απεργιακή κινητοποίηση ως παράνομη και καταχρηστική παρίσταται πλέον ως άνευ αντικειμένου και για το λόγο αυτόν πρέπει ν’ απορριφθεί. Εξάλλου, η ενάγουσα δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει ειδικό έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την αναγνώριση της ήδη λήξασας απεργιακής κινητοποίησης ως παράνομης και καταχρηστικής. Περαιτέρω, σχετικά με το αίτημα περί απαγορεύσεως άλλων μελλοντικών απεργιών εκ μέρους των εναγομένων στηριζόμενων στους αυτούς λόγους, πρέπει επίσης ν’ απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον δεν αποδείχθηκε η καταχρηστικότητα των προβαλλομένων με την ένδικη απεργία λόγων.
..........